Διαβάστηκε…

Είναι από εκείνα τα βράδια που όλοι βολοδέρνουν στα ξενυχτάδικα, όμως εσύ δεν είχες καμία όρεξη να βγεις. Προτίμησες να κλειστείς στο καβούκι σου. Το σώμα σου ριγμένο άτσαλα στην πολυθρόνα. Είσαι πολλές ώρες σε αυτή τη θέση. Έχουν θερμανθεί επικίνδυνα τα στρώματα. Κοντεύεις να γλιστρήσεις στο πάτωμα. Στο ένα χέρι κρατάς μια ζεσταμένη μπύρα. Στο άλλο το κινητό. Ανεβοκατεβάζεις με μανία την αρχική. Ίσα με εκατό φορές. Πέφτεις πάνω στη φωτογραφία του. Κοκκαλώνεις. Την κοιτάζεις προσεκτικά. Μάτια θλιμμένα, τα χαρακτηριστικά του, μα το χαμόγελο πάντα εκεί. Μάτια που σύρθηκαν με μανία επάνω στη σάρκα σου. Κάποτε… Τώρα ποιος ξέρει σε ποιανής τα βλέμματα σκαρφίζει πάθη της δήθεν μονιμότητας.

Συνεχίζεις εκδικητικά την περιπλάνησή σου με ένα δυνατό χτύπημα στην οθόνη. Δύο τρία λεπτά κι επιστρέφεις πίσω, βλέπεις το μυαλό σου σφήνωσε εκεί, στο εγκλωβισμένο κοίταγμα σε ψηφιακά pixels. Τα χείλη σου αγκαλιάζουν το ποτήρι, μια ακόμη γουλιά. Χρειάζεσαι μαι γεύση μέθης να σου ζαλίσει τις αντιστάσεις. Άλλη μια γενναία γουλιά, για το κλείδωμα, πως δεν θα λιποψυχήσεις.

Δυο κλικ, ανοίγεις τη συνομιλία. «Ενεργός τώρα».

Εντάξει. Βαθιά ανάσα. Άλλη μια προσπάθεια. Ακουμπάς το δείκτη στο πληκτρολόγιο. Κολλάς. «Καλησπέρα» Μπα… Πολύ τυπικό. Το σβήνεις! Πάμε πάλι. «Γεια» με την ανάλογη χαμογελαστή φατσούλα. Δαγκώνεις το στυλό, το ξεχασμένο στο γραφείο. Λογαριάζεις αν πρέπει να προσθέσεις ένα φιλικό, «τι κάνεις» ή να τ’ αφήσεις σ’ εκείνον. Δεν σ’ αρέσει, σβήσιμο!

Πάνε μέρες από την τελευταία φορά που βρεθήκατε. Όλα μοιάζουν να έχουν τυλιχτεί σαν ρούχα πεταμένα στο καλάθι. Ένα κουβάρι από ανάσες, μερικές γραντζουνιές στην πλάτη και σημάδια στο λαιμό. Άραγε τι να του πεις; Ας προσποιηθείς πως δε θυμάσαι τίποτα. Άλλωστε το αλκοόλ που έρεε όλες εκείνες τις μέρες στο αίμα σου δύναται να καλύψει το ψέμα σου. Ναι, θα προσποιηθείς πως το αμέλησες. Πως αμέλησες εκείνο το απόγευμα που σας πήρε ο ύπνος αγκαλιασμένους, όταν έμπλεκε τα δάχτυλά του στα μαλλιά σου και τα νύχια σου έκαναν βόλτες σε όλο του το κορμί.

Απόψε όμως, ήρθε η ώρα να δώσεις μια κλωτσιά στα χτίσματα του εγωισμού σου και να γκρεμίσεις τις ηλίθιες φοβίες σου. Θέλεις να του μιλήσεις για μια φορά ειλικρινά ακόμη κι αν βρεις κατάκλειστες πόρτες.

Βαθιά ανάσα, τελευταία γουλιά μπύρας.

Τα χέρια σου χαϊδεύουν την φωτεινή οθόνη, φτιάχνοντας γράμμα γράμμα τις αλήθειες που είχες φυλαγμένες!

«Μου έλειψες! Σε θέλω! Έλα!». Αποστολή. Κι αποστολή εξετελέσθη!

-Διαβάστηκε…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *