Τι κι αν ήταν σκάρτη η παρτίδα;

Τι να γράψω, δε βρίσκω λέξεις. Γίνανε οι άτιμες ασήκωτες πέτρες μέσα στην καρδιά. Τι θέμα να βρεις όταν η κραυγή της δε βρίσκει πια το κουράγιο να λυτρωθεί μέσα από τα μάτια; Μόνο κοιτάς και δε μιλάς… σαν βουβός στρατιώτης, χαζεύεις το βάρβαρο πόλεμο που νιώθεις, παρακαλώντας τη βούληση σου να σηκώσει το όπλο, μπας και γλυτώσεις…

Πριν το τέλος οι φωνές χαμήλωσαν, άρχισε το όνειρο σου να ξεριζώνεται από τα σπλάχνα της ψυχής σου και σε παίρνει η κατρακύλα μαζί του. Πώς να σε αφήσει πίσω; Μιας και γελάστηκες, ξέθαψες ότι είχες και δεν είχες και τα χάρισες όλα, μαζί με το κλειδί της εξόδου…

Κάτι τυφλές ελπίδες που τάιζες το τομάρι σου με τη σκέψη πως τα σίδερα κάποτε λυγίζουν. Κάτι νύχτες που παζάρευες τον ουρανό, να σου φωτίσει ένα άστρο, έτσι για να έχεις κάτι για παρηγοριά. Κάτι πρωινά που “χαστούκιζες” τον εαυτό σου να σου δώσει ένα χαμόγελο έτσι για να έχεις κάτι, στο ως της ημέρας, να μη σε βλέπει κανείς.

Τι να τους πεις; Αρκείσαι στο “καλά”. Πώς να δουν τη θλίψη κάτω από το βυθό σου; Μόνο αν πιάσουν τον παλμό σου θα δουν πόσο αργοχτυπάει το όνειρό σου πια. Μα και πάλι, τι νόημα έχει; Ότι αργοπεθαίνει πώς να μοιραστεί; Ντροπή δεν είναι να φοβάσαι, ντροπή δεν είναι να πονάς…

Το καταφύγιο σου, εκείνος ο γυάλινος καθρέφτης, να σου χαμογελάει και μέρα με τη μέρα να σου φανερώνει ένα είδωλο σου με πνοή επίγειου αγγέλου. Δεν θυμώνεις, ούτε το κρατάς μανιάτικο, σε παρασέρνει μια παλίρροια δύναμης και ευλογίας που ο πόνος δείλιασε και έγινε ένα μαζί της.

Τι κι αν ήταν μια σκάρτη παρτίδα σε επανάληψη, η αλήθεια σου παραμένει πάντα μια κατάθεση ψυχής!

Λυπάσαι μόνο που ακόμα κι αν μπλόφαρες εν ψυχρώ με τα όρια σου, τα σίδερα δε λύγισαν. Λες και η ζωή δεν σου χρωστά μερτικό από το όνειρο. Απορείς αν είναι ευχή ή κατάρα, μα έλα που η καρδιά σου κατέχει μόνο να πολεμά για ότι στερείται από αγάπη.

Βάλε τη μάχη αυτή κορώνα στο κεφάλι σου και μην αφήσεις την αγγελική πνοή σου να χαθεί με το όνειρό σου. Χαμογέλασε πίσω στο είδωλο σου και τελείωσε την παρτίδα. Άνοιξε το παράθυρό σου και δες έξω, υπάρχει ένα αύριο που σε περιμένει…

Υ.Γ.: Όπως λέει κι ο Καζαντζάκης, “νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή θα σπάσουν και τα σίδερα.”.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *