Μίλα επιτέλους!

Γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε με μια απολύτως λανθασμένη πληροφορία στο DNA μας, μια πληροφορία που μας ακολουθεί από πάππου προς πάππου, κάτι σαν εσωτερική κληρονομιά ας πούμε.

Ξεσπάμε τα νεύρα, το θυμό και τα απωθημένα μας εκεί που δεν πρέπει, συνήθως εκεί που αισθανόμαστε πιο άνετα.

Μάθαμε να το κάνουμε αυτό, υποδυόμενοι το μπαμπά που ερχόταν πτώμα απ’ τη δουλειά και ξεσπούσε με φωνές στη μαμά, την αδελφή που επειδή απέτυχε στις εξετάσεις έκλαιγε κι έσκιζε τα τετράδια μας, το σύντροφο που χτυπιόταν επειδή έχασε ο θρύλος, τον κολλητό που επειδή χώρισε με την κοπελιά πετούσε κακιούλες για όλα τα θηλυκά επί γης.

Και φυσικά το συντηρήσαμε το “έθιμο” με τις γνωστές ατάκες:

“Σσσσςς, άστον τώρα. έχει τα νεύρα του, σσσςςς, θα της περάσει, σσσςςς, είναι νευρικός μωρέ, τι να τον κάνω;”

Ναι ξέρω, όλοι το κάναμε ή συνεχίζουμε να το κάνουμε. Ανάμεσα σε αυτούς κι εγώ. Μέχρι και πριν λίγα χρόνια τουλάχιστον.

Οι άνθρωποι εξωτερικεύουν το θυμό και την έντασή τους εκεί που αγαπούν. Είναι ένας συνδυασμός ενστίκτου αυτοσυντήρησης, γιατί το κάνουν εκεί που “τους παίρνει” και που νομίζουν ότι έχουν περιθώρια (ενώ κάποιος ξένος θα τους έστελνε πιο εύκολα στο διάολο), αλλά και αυτοκαταστροφής, γιατί μπορεί να τους κοστίσει τη σχέση τους με αυτούς που αγαπούν.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι κατά κανόνα ξεσπούν εκεί που αγαπούν.

Και μάλιστα στο παρουσιάζουν με τέτοιο τρόπο που σε κάνουν να νιώθεις ξεχωριστός που λαμβάνεις τέτοια τιμή, σε βάζουν στο τριπάκι να σκέφτεσαι ότι “αφού με αγαπάει καλά κάνει και ξεσπάει πάνω μου”. Σε κάνουν να πιστεύεις ότι είναι στο πλαίσιο των υποχρεώσεων της αγάπης σου.

Κι αυτή είναι μία απ’ τις ουκ ολίγες φορές που αυτή η τόσο ταλαιπωρημένη λέξη βασανίζεται και τσαλαπατιέται για τις ορέξεις μας.

Θα σε ξεβολέψω τώρα, το ξέρω, αλλά είναι κομματάκι γελοίο το φαινόμενο, και γίνεσαι κι εσύ ο ίδιος γελοίος που το συνεχίζεις.

Όχι πουλάκι μου, δεν είναι έτσι τα πράγματα.

Λυπάμαι και κοίτα να λυπηθείς κι εσύ.

Ξεσπάς όχι εκεί που αγαπάς, αλλά εκεί που ξέρεις πως αγαπιέσαι και θα λάβεις συγχώρεση ό, τι κι αν συμβεί. Απ’ τα κακά που δημιουργεί η σιγουριά.

Έτσι, για αλλαγή δοκίμασε την επόμενη φορά που θα κοκκινίσουν τα λαμπάκια σου, να μιλήσεις άμεσα σ’ αυτούς που σου τα άναψαν.

Στο αδικαιολόγητο αφεντικό που σε εκμεταλλεύεται, στους βαρεμένους συναδέλφους που δε σε εκτιμούν, στην σπαστικιά γκόμενα που στα πρήζει, στον ίδιο σου τον εαυτό που απογοητεύεις.

Βρες τα κότσια, μίλα εκεί που πρέπει και βρες το δίκιο σου, κι όχι στον άμαχο πληθυσμό που δε φταίει σε τίποτα και έχει προ πολλού βαρεθεί τις εκρήξεις σου, γιατί έτσι θα το χάσεις.

Θα νιώσεις δυνατός και τουλάχιστον είκοσι κιλά πιο ελαφρύς, πίστεψέ με.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *