Η διαφυγή μου

Ξέρεις… Κατάλαβα πως είμαι αφελής, ή καλύτερα ηλίθια που πάντα πίστευα πως κάτι που άρχιζα θα είχε αίσιο τέλος και εν τέλει μόνο αίσιο δεν ήταν. Βαρέθηκα η ζωή να μου δίνει τη μια απογοήτευση μετά την άλλη, λάθος άνθρωποι, λάθος στιγμές, λάθος επιλογές. Παντού γύρω μου λάθη. Κουράστηκα. Είχα ακούσει κάποτε  κάποιον να λέει “ο καλός καλό δεν είδε”. Τώρα πια, είμαι σίγουρη πως αυτό ισχύει. Όσο πιο καλός είναι κάποιος τόσο πιο δύσκολη και η ζωή του. Παίρνω παράδειγμα εμένα. Πάντα καλή με όλους, να είμαι εκεί για όλους. Και ξέρεις στο τέλος πάντα θα γυρίσουν και θα πουν πως δεν ήμουν εντάξει, πως εγώ έφταιγα. Πάντα εγώ. Η κακιά, εκείνη που φώναζε. Όλα εγώ. Και να σου πω, ίσως κάποιοι να είχαν δίκιο… Ίσως τελικά να μην είμαι τόσο καλός άνθρωπος Τουλάχιστον αυτό μου δείχνουν. Αλλά τι πρέπει να κάνω πια; Κουράστηκα. Ποτέ δεν τους βρίσκω. Ποτέ δεν καταλαβαίνω τι θέλουν. Όλο κάτι θα είναι λάθος. Δε θέλω να τα δίνω όλα και στο τέλος να μου τη λένε κι από πάνω χωρίς να έχω φταίξει κάπου. Δεν πείραξα ποτέ κανέναν αλλά βλέπεις πάντα εγώ ήμουν η λάθος. Και δεν ξέρω το γιατί. Πού έφταιξα; Επειδή είμαι διαφορετική απ’ αυτούς; Επειδή δε θέλω να υπάρχω στα πρέπει τους, στα δήθεν λόγια τους; Νόμιζα πως ο καθένας ορίζει τη ζωή του όπως εκείνος θέλει. Αλλά έκανα λάθος. Και να θες δε σ’ αφήνουν.

Όσες φορές μίλησα, μετά αναγκάστηκα να σωπάσω. Έπεφταν όλοι να με φάνε. Έμαθαν στην επιφάνεια και κάποια σαν εμένα που βλέπει πιο πέρα από αυτό που βλέπουν εκείνοι δεν τη δέχονται. Άλλωστε γιατί να δεχτούν κάποια που της αρέσει να περπατάει στη βροχή; Που της αρέσει να ξενυχτάει γράφοντας με ένα ποτήρι κρασί -ίσως και δύο-; Να κάνει ότι της έρθει στο κεφάλι εκείνη τη στιγμή; Πάντα κάποιος της έκοβε τα φτερά. Και πόσο να αντέξει; Έσπασε πια και δε μιλάει. Και τώρα δε θέλει κανέναν, πληγώθηκε. Τα βρήκε με τη μοναξιά της. Και να σου πω, είναι καλύτερα έτσι. Δεν τους έχω ανάγκη πια. Όλοι λόγια και ψέμματα. Ίσα ίσα να σε πληγώσουν και μετά γίνονται καπνός… Σε μια στιγμή σε καταστρέφουν. Γι’ αυτό δε θέλω να μου πεις ξανά πως αξίζει να ξαναπροσπαθήσω επειδή είμαι μικρή και όλες οι ευκαιρίες είναι μπροστά μου. Δε θέλω. Αρνούμαι να προσπαθήσω ξανά. Δε θέλω να πληγωθώ  πάλι. Θέλω η ζωή μου να έχει εμένα και μόνο και ό, τι καταφέρω να το καταφέρω μόνη μου. Δεν έχω ανάγκη κανέναν τους. Είμαι πολύ πιο δυνατή από τόσους και τόσους δήθεν εκεί έξω. Και το κατάλαβα νύχτες που ενώ έκλαιγα κρυφά από τους άλλους για να μην τους στεναχωρήσω και το επόμενο πρωί γελούσα για να δείξω πως όλα είναι καλά. Αυτό θέλει δύναμη. Έτσι λοιπόν, κατάλαβα πως εγώ τουλάχιστον είμαι δυνατή, όπως κι άλλοι που το κάνουν αυτό κι ας μην το λένε. Εγώ τους καταλαβαίνω. Όταν τα δίνεις όλα για για κάποιον αλλά αυτός πάει εκεί που τον πλήγωσαν, αυτό σε γεμίζει με ερωτήματα. Και σου αφήνει παράπονο. Ναι, αυτό είναι. Κακία δεν κράτησα, μόνο παράπονο. Κι άσε τους άλλους, άνθρωποι είναι εξάλλου, τι μπορεί να περιμένει κανείς από αυτούς; Αλλά κι εσύ; Το μεγαλύτερο παράπονο το κράτησε σε εσένα. Δεν έφταιξα πουθενά. Αλλά δες, τώρα εσύ κάπου γελάς με κάποια άλλη κι εγώ με τη ζωή μου κομμάτια γράφω. Συχνά γράφω για σένα κι εμένα. Όχι ότι κάποτε ήμασταν ένα. Αλλά γράφω πράγματα σχετικά. Ό, τι σε θυμίζει. Όλα δηλαδή. Γράφω για σένα που υπάρχεις μέσα μου και δεν κάνεις βήμα να φύγεις, δε σ’ άφησα ποτέ. Κράτησα ένα κομμάτι της καρδιάς μου για σένα μόνο κι όπου κι αν είσαι, όπου κι αν πας, όσα χιλιόμετρα κι αν μας χωρίζουν θα σε προσέχει από εδώ και πέρα. Κι ας με πλήγωσες. Μου αρκεί να είσαι ευτυχισμένος. Στο διάολο εγώ. Τη δική σου ευτυχία την έβαλα πάνω από ‘μένα.

Να θυμάσαι αυτά τα λίγα που προλάβαμε. Κι αν ποτέ με δεις ξανά μη μου μιλήσεις, δε θα το αντέξω. Σίγουρα αν τα βλέμματά μας συναντηθούν θα χαμογελάσω για να μην καταλάβεις τίποτα. Συνηθισμένη εξάλλου σε αυτό. Πάντα χαμογελούσα κι ας ήμουν μέσα μου μπουρδέλο απλά για να μην τα γαμήσω όλα. Θα χαμογελάσω που λες κι ας κοντεύει η καρδιά μου να φύγει απ’ τη θέση της. Κι ύστερα θα φύγω εγώ πρώτη, για να μη λυγίσω μπροστά σου… Και θα καθίσω πάλι με τις ώρες να γράφω για σένα. Και ξέρεις, το αστείο είναι πως ποτέ δε θα πω σε κανέναν πώς και τι ένιωσα για σένα. Δε θα με πιστέψουν. Θα αφήσω να το περάσω μόνη μου. Κάποτε είπα σε κάποιον αφού βρήκε έναν άνθρωπο να τον αγαπάει είναι τυχερός και να μην τον αφήσει ποτέ. Το κακό είναι με εμάς που ενώ αγαπήσαμε κάποιους δεν ήμασταν ποτέ μαζί και αυτός γέλασε. Βλέπεις, οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν. Αλλά δεν πειράζει. Και δες, ξεκίνησα να γράφω για κάτι άλλο και κατέληξα να γράφω για σένα. Μη μετανιώσεις ποτέ γι’ αυτά τα λίγα μεταξύ μας. Ούτε εγώ θα μετανιώσω. Κι όταν σε σκέφτομαι θα με πιάνει το παράπονο. Όπως απόψε.

Και κάτι ακόμη, γουστάρω να πίνω κανένα ποτηράκι παραπάνω. Βλέπεις, αυτή η ζαλάδα μετά από λίγο με κάνει  και ξεχνιέμαι κάπως. Είναι ένα αδιέξοδο, δε θέλουν να πίνω αλλά δε θα τους αφήσω να με σταματήσουν. Φοβάμαι όμως μήπως κάποια μέρα μεθύσω και μου ξεφύγει το όνομά σου. Μα όχι, δε νομίζω, σε έχω κρύψει μέσα μου για να μη σε βρει κανείς, να μην καταλάβει κανείς τίποτα. Οπότε και να μεθύσω δε θα πω ποτέ το όνομά σου. Μπύρες, θάλασσα, ένα πακέτο τσιγάρα, μουσική, ένα τετράδιο και λίγο μελάνι από εδώ και πέρα η διαφυγή μου…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *