Γιατί σου ξανάστειλα;

Ανήμερα τα δάχτυλα σε αξημέρωτα βράδια. Τριγυρνούσαν μανιωδώς πάνω απ’ το όνομά σου, ψάχνοντας τάχα  τη δύναμη να σου στείλουν, ενώ η μόνη δύναμη που μου έλειπε πάντα ήταν να σβήσω αυτό που σου έγραφα και που δεν έπρεπε να διαβάσεις.

Πες το συνήθεια, πες το κόλλημα, πες το τάσεις αυτοκαταστροφής, ήσουν ο παραλήπτης όλων των μηνυμάτων που είχα ανάγκη να στείλω. Ήσουν ο παραλήπτης που είχε όλες τις απαντήσεις που είχα ανάγκη να λάβω. Μα ήσουν στ’ αλήθεια τόσο απρόθυμος, τόσο ακατάλληλος για απαντήσεις εσύ.

Χάος στη ζωή μου. Το φούτερ σου στο δωμάτιο από καιρό παρατημένο σε μια άκρη με παρατημένες μαζί του κι όλες τις ψευδαισθήσεις ότι θα έρθεις κάποτε να το πάρεις ή ότι μου το άφησες για να σε θυμάμαι. Τα σεντόνια άβολα και το ταβάνι ασφυκτικό. Τα ποτά δηλητήρια που παρέλυαν εμένα και ζωντάνευαν μέσα μου εσένα. Η δουλειά μονότονη και οι συναναστροφές αδιάφορες. Κι όσοι ρωτούσαν για σένα, εχθροί μου.

Και κάπου εκεί δε γλίτωσε τελικά το πεπρωμένο απ’ τις προβλέψεις. Το αναπόφευκτο κερδίζει πάντα στις αδυναμίες κι είσαι εσύ, γαμώτο, η δική μου. Και σου ξανάστειλα. Λέξεις που είχαν μόνο αλήθειες να πουν και στριμώχτηκαν πάλι σε υπεκφυγές. Λίγη απελπισία ακόμα, έτσι, γιατί όταν έχεις ήδη πέσει χαμηλά, το χαμηλότερα δεν είναι δα και τίποτα σπουδαίο.

Κι έμεινα για ώρες να κρέμομαι στις ειδοποιήσεις. Ξεφτίλα, ε; Όλες μου οι προσμονές φωτεινοί δείκτες στο κινητό μου. Εφαρμογές που έπαιζαν με την υπομονή μου. Κι έπειτα η φαντασία μου να οργιάζει για να δικαιολογήσει τη σιωπή σου. Γιατί έπρεπε κάπως να πείσω τον εαυτό μου ότι στην παρόρμηση δεν ξεγελάστηκε και πάλι. Αλλά γέλασαν οι μοίρες μαζί μου, όπως μάλλον γέλασες κι εσύ.

Γιατί σου ξανάστειλα; Γιατί δεν πέταξα το φούτερ; Γιατί δε γύρισα μπρούμυτα να κοιμηθώ; Γιατί δεν ήπια λίγο λιγότερο  ώστε να μην παραλογιστώ ή λίγο περισσότερο ώστε να πέσω απλά με τα παπούτσια στον καναπέ και να ξεμείνω εκεί; Γιατί τους άφησα να ρωτούν για σένα και δεν τους είπα ότι διάλεξες να είσαι απών; Θα με είχαν όλα έστω και προσωρινά γλιτώσει από εσένα.

Γιατί τέτοια επιμονή; Δε χόρτασα άκυρα; Δεν μπούχτισα απαξίωση; Ήθελα να μάθω τι συμβαίνει με σένα, ενώ τελικά το θέμα είναι τι συμβαίνει με μένα. Δεν την πάλεψα μακριά σου. Δε συνήλθα απ’ την επιλογή σου να φύγεις. Δεν έμαθα να μη σε συγχωρώ. Ήθελα τάχα μου απλά να μου πεις γιατί “την έκανες” κι εσύ όπως κι όλοι, ενώ ήθελα ξεκάθαρα μόνο να γυρίσεις. Να γυρίσεις, να με ξελογιάσεις κι ας ξαναφύγεις. Γιατί σιγά μην καθόσουν.

Δεν είχε νόημα, το ξέρω. Αλλά μαζί σου το ‘χω χάσει στα νοήματα από καιρό. Θα μου πεις, ένα ακόμα αναπάντητο μήνυμα στη λίστα με τα πολλά, μία ακόμα ηλίθια ελπίδα. Αλλά ρώτα κι εμένα που ξεμένω πάντα με το κινητό στο μαξιλάρι, έτσι γιατί αποκοιμιέμαι με την πεποίθηση πως ίσως με ξυπνήσει η ειδοποίηση που δε φτάνει τελικά ποτέ. Κι αν με λυπάσαι, δε με νοιάζει. Η λύπηση μου μόνο πονά.

Ωραία τα έγραψα όλα αυτά, ωραία θα κάνω και πως δε στα στέλνω. Έτσι γιατί απόψε τα ‘χω βάλει με τον εαυτό μου, και με το φούτερ, και με τα σεντόνια, και με τα ταβάνια και με όλους. Μαζί σου; Μπα. Εσύ δε φταις. Εσύ είσαι το πιο δικό μου λάθος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *