Βγες απ’ το μυαλό μου!

Μου τη δίνεις. Μου τη δίνεις πολύ. Και ξέρεις γιατί; Γιατί εγώ έμαθα τον τελευταίο καιρό να μην περιμένω τίποτα κι από κανέναν, να μην έχω προσδοκίες και ήμουν καλά μ’ αυτό. Ένιωθα περήφανη που έμαθα κι αυτό το μάθημα της ενήλικης, σοβαρής ζωής μου και σχεδόν διατυμπάνιζα την αυτοκυριαρχία μου.

Είχα τον έλεγχο για τα πάντα, από το πρώτο ως το τελευταίο δευτερόλεπτο της ημέρας. Ήξερα τι ώρα θα ξυπνήσω και ότι στην πρώτη μου σκέψη θα καταριέμαι το ξυπνητήρι. Ότι θα πάω για δουλειά και μετά για τρέξιμο. Ήξερα τι ώρα θα γυρίσω, πότε θα βγω για ποτό και τι ώρα θα κοιμηθώ γιατί την επόμενη έχω μια συγκεκριμένη ώρα να ξυπνήσω.

Κι από την ώρα που μπήκες στη ζωή μου δεν μπορώ να ελέγξω ούτε τη σκέψη μου, ούτε το πρόγραμμά μου. Η παρουσία σου κυριάρχησε στην καθημερινότητά μου με τέτοιον τρόπο που δεν κατάλαβα καν την εισβολή. Δεν κατάλαβα πότε και πώς άρχισαν να μπαίνουν οι ματάρες σου σφήνα στο μυαλό μου σε άκυρες στιγμές, αλλά πλέον θα ξυπνήσω κι αντί να καταριέμαι το ξυπνητήρι θα σκεφτώ το χαμόγελό σου κι αυτό χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι ιδιαίτερο μεταξύ μας. Θα σουλατσάρεις στο κεφάλι μου τις πιο ακατάλληλες στιγμές, όπως την ώρα που πρέπει να είμαι συγκεντρωμένη και να διαβάσω.

Ακόμη και την ώρα που είμαι κουρασμένη θα τριγυρνάς στο μυαλό μου διάολε, χωρίς να σου ‘χω δώσει τέτοιο δικαίωμα. Χωρίς να μου ‘χεις δώσει κι εσύ τέτοιο δικαίωμα. Και το χειρότερο είναι πως εκείνη την ώρα απολαμβάνω τη σκέψη σου και μέσα στην κούρασή μου, χαμογελάω με μισόκλειστα μάτια και η κούραση γλυκαίνει.

Κι όλα αυτά  χωρίς να σε ξέρω σχεδόν καθόλου, χωρίς να έχουμε ζήσει κάτι σημαντικό, χωρίς να έχεις κάνει κάτι ιδιαίτερο για μένα. Δεν ξέρω ποιο είναι το αγαπημένο σου φαγητό, δεν ξέρω τι σου σπάει τα νεύρα, δεν ξέρω τι σου αρέσει όταν με κοιτάς. Δεν ξέρω καν αν σου αρέσει κάτι όταν με κοιτάς. Δεν ξέρω αν ποτέ μας έχεις φανταστεί μαζί ή αρκείσαι μόνο στο κρεβάτι μας.

Ξέρω μόνο ότι όταν βρισκόμαστε στον ίδιο χώρο με πιάνει τέτοια υπερένταση που όταν γυρίζω σπίτι δεν μπορώ να κοιμηθώ. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου και φαντάζομαι τις αγαπημένες σου συνήθειες κι εμένα μέσα σ’ αυτές. Και ξέρω ότι τσιτώνεσαι κι εσύ δίπλα μου κι ας μη μου έχεις πει κάτι. Το βλέπω στον τρόπο που με κοιτάς και στον τρόπο που κάνεις πως δε με κοιτάς.

Κι όσο αντιλαμβάνομαι την παράνοια της κατάστασης και σε διώχνω πεισματικά από το κεφάλι μου, τόσο επιμένεις να γυρίζεις μέσα σ’ αυτό, ίσα ίσα για να μου αποδείξεις ότι είμαι ανήμπορη μπροστά σου κι ότι τόσο καιρό κοροϊδεύω τον εαυτό μου με τη γιαλαντζί αυτοκυριαρχία μου.

Για να είμαι ειλικρινής κι ακόμα πιο παρανοϊκή και να τρομάξω όσους αναγνώστες δεν έχουν τρομάξει ως τώρα, μπορώ να πω ότι εκνευρίζομαι κι αυτή τη στιγμή που γράφω για σένα. Εκνευρίζομαι που είσαι ήδη πηγή έμπνευσης χωρίς να έχεις κουνήσει ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι. Εκνευρίζομαι που δεν μπορώ να κοιμηθώ και σηκώθηκα να γράψω για την πάρτη σου μπας και ξεκουμπιστείς απ’ το κεφάλι μου και μ’ αφήσεις στην ησυχία μου.

Δεν ξέρω τι θα κάνω μαζί σου, δεν ξέρω τι σκέφτεσαι εσύ, δεν ξέρω τι έχω πάθει ούτε, ούτε πώς να αντιδράσω.

Το μόνο που ξέρω είναι ότι αύριο θα σε δω κι αυτό, ρε γαμώτο αρκεί.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *